περίττωμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περίττωμα
- peˈɾi.to.ma
Where it comes from
περίττωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίττωμα
noun περίττωμα · περιττώματα · περιττώματος · περιττωμάτων
- το στερεό υλικό που αποβάλλεται από άνθρωπο ή ζώο και προέρχεται από το πεπτικό του σύστημα, τα κόπρανα ή οι κουτσουλιές
Similar: ακαθαρσία, αποπάτημα, παρωχημένο, αφόδευμα, κόπρανα, κόπρος, κακά, κακάκια, κοπρισιά, λαϊκότροπο, κουράδα, κουράδι, μαγαρισιά, σκατό, σκατά, σκατούλα, σταρόλασπη, τσιρλιά, χοντρό, βουρβουλιά, καβαλίνα, κατσίπορδο, κοπριά, κουτσουλιά, μυγόχεσμα, ποντικοκούραδο, σβουνιά, ψυλλόχεσμα
Thesaurus
noun
Similar: ακαθαρσία, αποπάτημα, παρωχημένο, αφόδευμα, κόπρανα, κόπρος, κακά, κακάκια, κοπρισιά, λαϊκότροπο, κουράδα, κουράδι, μαγαρισιά, σκατό, σκατά, σκατούλα, σταρόλασπη, τσιρλιά, χοντρό, βουρβουλιά, καβαλίνα, κατσίπορδο, κοπριά, κουτσουλιά, μυγόχεσμα, ποντικοκούραδο, σβουνιά, ψυλλόχεσμα
In English
- excrement human and animal solid waste
Talk about this word "περίττωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. περίττωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1 "περίττωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περίττωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}