ακαμάτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακαμάτης¹
- a.kaˈma.tis
Where it comes from
ακαμάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκαμάτης < ἀ- στερητικό + κάματος
adjective ακαμάτης · ακαμάτρα · ακαμάτισσα · ακαμάτικο
- τεμπέλης, αυτός που αποφεύγει τον κάματο ※ Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρ
Ακαμάτης²
Where it comes from
Ακαμάτης < ακαμάτης
proper noun Ακαμάτης · Ακαμάτηδες · Ακαμάτη · Ακαμάτηδων
- ελληνική νησίδα, του συμπλέγματος των Γαυριονησίων της Άνδρου
- ακρωτήριο στην Άνδρο
- ανδρικό επώνυμο, από παρωνύμιο (θηλυκό Ακαμάτη)
Thesaurus
Talk about this word "ακαμάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακαμάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 "ακαμάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακαμάτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}