τεμπέλης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τεμπέλης¹
- temˈbe.lis
Where it comes from
τεμπέλης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تنبل (τουρκικά tembel < περσική تنبل (tambal, τεμπέλης, νωθρός)
: Και ουσιαστικοποιημένο.
adjective τεμπέλης · τεμπέλα · τεμπέλικο · τεμπέλη · τεμπέλας · τεμπέλικου
- που δε θέλει να κουράζεται ποτέ και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά ※ Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης. δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς. πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! 'Αλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανέναν, τον Ιώβ, τον Φάουστ.... τώρα ούτε καν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!
- που δε θέλει να εργαστεί Eίναι ένας τεμπέλης και μισός: δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του.
Similar: ακαμάτης, ανεπρόκοπος, αργόσχολος, αχαΐρευτος, νωθρός, οκνηρός, οκνός, ρεμπεσκές, προφορικό, σκερβελές, τζερεμές, φυγόπονος · Opposite: εργατικός, φιλόπονος
noun τεμπέλης · τεμπέλα · τεμπέλικο · τεμπέλη · τεμπέλας · τεμπέλικου
- που είναι τεμπέλης - (θηλυκό τεμπέλα)
- ο παίκτης παρτίδας πρέφας που διαδοχικά δεν παίζει όταν έρχεται η σειρά του να μοιράσει τα φύλλα της τράπουλας (όποτε σε παρτίδα παίζουν τέσσερις παίκτες, αντί των κανονικών τριών) Μοίρασε! είναι η σειρά σου να γίνεις ο τεμπέλης.
- στήριγμα του χεριού (αλλά και θήκη αντικειμένων) ανάμεσα στο κάθισμα του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου, το υποβραχιόνιο Κατά λάθος ξέχασα τα κλειδιά μου μέσα στον τεμπέλη.
Τεμπέλης²
Where it comes from
Τεμπέλης < τεμπέλης
proper noun Τεμπέλης · Τεμπέληδες · Τεμπέλη · Τεμπέληδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: ακαμάτης, ανεπρόκοπος, αργόσχολος, αχαΐρευτος, νωθρός, οκνηρός, οκνός, ρεμπεσκές, προφορικό, σκερβελές, τζερεμές, φυγόπονος · Opposite: εργατικός, φιλόπονος
In English
Talk about this word "τεμπέλης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τεμπέλης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82 "τεμπέλης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τεμπέλης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}