ακατέργαστος
Ελληνικά · Sinônimos e antônimos
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
ακατέργαστος
- a.kaˈteɾ.ɣa.stos
De onde vem
ακατέργαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκατέργαστος (ακαλλιέργητος, αρχαία σημασία: και αχώνευτος) < ἀ- στερητικό αρχαία ελληνική κατεργάζομαι < κατά + (ἐργάζομαι) εργασ- + -τος < ἔργον
adjetivo ακατέργαστος · ακατέργαστη · ακατέργαστο · ακατέργαστου · ακατέργαστης
- που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο
- ακαλλιέργητος, αραφινάριστος
Parecidas: ανεπεξέργαστος, αλάξευτος
Sinônimos e antônimos
adjetivo
Parecidas: ανεπεξέργαστος, αλάξευτος
Em inglês
Conversar sobre esta palavra "ακατέργαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακατέργαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "ακατέργαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {ακατέργαστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}