ακλόνητος

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

ακλόνητος

Nó đến từ đâu

ακλόνητος < (ελληνιστική κοινή) ἀκλόνητος < ἀ- στερητικό + κλονέω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

tính từ ακλόνητος · ακλόνητη · ακλόνητο · ακλόνητου · ακλόνητης

  1. που δεν κλονίζεται
  2. figuratively, μεταφορικά που εφαρμόζει σταθερά τις απόψεις του, που παραμένει πιστός στις ιδέες του
  3. figuratively, μεταφορικά που δεν μπορείς να τον αμφισβητήσεις, αδιάσειστος

Tương tự: αμετακίνητος, στέρεος, αμετάβλητος, σταθερός

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"ακλόνητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακλόνητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακλόνητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακλόνητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}