αμετάβλητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμετάβλητος

Where it comes from

αμετάβλητος < αρχαία ελληνική ἀμετάβλητος < μεταβάλλω < βάλλω

adjective αμετάβλητος · αμετάβλητη · αμετάβλητο · αμετάβλητου · αμετάβλητης

  1. που δεν έχει μεταβληθεί ή δεν μπορεί να μεταβληθεί
  2. πληροφορική για δομή δεδομένων, η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί (αφού της έχει γίνει ανάθεση τιμής) παρά μόνο αν γίνει αντικατάσταση της τιμής της (overwriting) η δομή δεδομένων πλειάδα (tuple) είναι αμετάβλητη (immutable) γιατί δεν μπορούν να προσθαφαιρεθούν στοιχεία, αλλά ούτε και να τροποποιηθούν τα ήδη υπάρχοντα

Similar: αναλλοίωτος · Opposite: αλλοιωμένος, μεταβλητός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμετάβλητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμετάβλητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμετάβλητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμετάβλητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}