ακμή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακμή¹

  • akˈmi

Where it comes from

ακμή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκμή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eḱ- (κοφτερός)

noun ακμή · ακμές · ακμής · ακμών

  1. η περίοδος κατά την οποία ακμάζει (φτάνει στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής του) ένας πολιτισμός, ένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας ή ένα άτομο
  2. γεωμετρία, στερεομετρία το ευθύγραμμο τμήμα που αποτελεί την τομή δύο γειτονικών εδρών ενός στερεού, δηλ. το σημείο στο οποίο τα άκρα της μιας έδρας ενώνονται με τα άκρα της επόμενης
  3. η άκρη, η κόψη επί ξυρού ακμής - στην κόψη του ξυραφιού
  4. ιατρική πάθηση του δέρματος, πιο συνηθισμένη στους εφήβους, η οποία εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξανθημάτων στο πρόσωπο (μπιμπίκια)

Similar: κορυφή, ζενίθ, κόψη, τομή, σπυράκι εφηβεία, σπιθουράκια · Opposite: φθορά, παρακμή, ανάπτυξη

Ακμή²

Where it comes from

Ακμή < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ακμή

  1. γυναικείο όνομα

Thesaurus

In English

  • edge joining line between two vertices of a polygon
  • acne a skin condition
  • prime most active, thriving, or successful stage or period
  • cusp in astrology

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ακμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE

Chicago

"ακμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακμή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}