ακμή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακμή¹
- akˈmi
Where it comes from
ακμή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκμή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eḱ- (κοφτερός)
noun ακμή · ακμές · ακμής · ακμών
- η περίοδος κατά την οποία ακμάζει (φτάνει στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής του) ένας πολιτισμός, ένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας ή ένα άτομο
- το ευθύγραμμο τμήμα που αποτελεί την τομή δύο γειτονικών εδρών ενός στερεού, δηλ. το σημείο στο οποίο τα άκρα της μιας έδρας ενώνονται με τα άκρα της επόμενης
- η άκρη, η κόψη επί ξυρού ακμής - στην κόψη του ξυραφιού
- πάθηση του δέρματος, πιο συνηθισμένη στους εφήβους, η οποία εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξανθημάτων στο πρόσωπο (μπιμπίκια)
Similar: κορυφή, ζενίθ, κόψη, τομή, σπυράκι εφηβεία, σπιθουράκια · Opposite: φθορά, παρακμή, ανάπτυξη
Ακμή²
Where it comes from
Ακμή < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ακμή
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
noun
Similar: κορυφή, ζενίθ, κόψη, τομή, σπυράκι εφηβεία, σπιθουράκια · Opposite: φθορά, παρακμή, ανάπτυξη
In English
Talk about this word "ακμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. ακμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE "ακμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακμή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}