मिकविन

ακονίζω

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ακονίζω

  • a.koˈni.zo

यह कहाँ से आया

ακονίζω < μεσαιωνική ελληνική ακονίζω < αρχαία ελληνική ἀκονάω < ἀκόνη

क्रिया ακονίζω · ακόνιζα · θα ακονίζω · να ακονίζω · ακονίζοντας

  1. οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό
  2. οξύνω κάτι μυτερό, ειδικά δόντια ή νύχια αρέσει στις γάτες μου να ακονίζουν τα νύχια τους στον καναπέ
  3. figuratively, μεταφορικά ετοιμάζομαι για επίθεση
  4. figuratively, μεταφορικά βελτιώνω τις διανοητικές μου ικανότητες ακονίζω το μυαλό μου κάνοντας σταυρόλεξα

    मिलते-जुलते: εξασκώ

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ακονίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακονίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ακονίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακονίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}