ακρωτήριο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακρωτήριο
- a.kɾoˈti.ɾi.o
Sounds like ακροατήριο
Where it comes from
ακρωτήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρωτήριον < ἄκρος + -τήριον (-τήριο) Συγκρίνετε με το ακρωτήρι
noun ακρωτήριο · ακρωτήρια · ακρωτηρίου · ακρωτήριου · ακρωτηρίων
- τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι) ※ Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
- κεραμικό ή μαρμάρινο διακοσμητικό στοιχείο της στέγης, κυρίως του αετώματος
- τμήμα του αυτιού που βρίσκεται πίσω από τον τυμπανικό υμένα στο κοίλο του τυμπάνου
In English
- point peninsula or promontory
Talk about this word "ακρωτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ακρωτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF "ακρωτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακρωτήριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}