ακρότατο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακρότατο

Where it comes from

ακρότατο < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική extremum, (ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο ακρότατος < υπερθετικός βαθμός του ακραίος)

noun ακρότατο · ακρότατα · ακρότατου · ακροτάτου · ακρότατων · ακροτάτων

  1. μαθηματικά η μεγαλύτερη ή η μικρότερη τιμή που μπορεί να πάρει μία συνάρτηση

adjective ακρότατο · ακρότατα · ακρότατου · ακροτάτου · ακρότατων · ακροτάτων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ακρότατος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακρότατος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακρότατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακρότατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"ακρότατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακρότατο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}