ακτίνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακτίνα¹

  • aˈkti.na

Where it comes from

ακτίνα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκτῖνα < αρχαία ελληνική ἀκτίς από την αιτιατική ἀκτῖνα

noun ακτίνα · ακτίνες · ακτίνας · ακτίνων

  1. σχετικά με το φως γραμμή φωτός (ή παρόμοιας ακτινοβολίας) οι ακτίνες του ήλιου
  2. familiar, σχετικά με το φως, προφορικό, ιατρική η ακτινογραφία με ακτίνες Χ
  3. γεωμετρία το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο του κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του, η ημιδιάμετρος του κύκλου
  4. γεωμετρία το μέτρο αυτού του τμήματος
  5. broadly, γεωμετρία, κατ’ επέκταση απόσταση που περιγράφει το εύρος μιας επιφάνειας Η έκρηξη προκάλεσε καταστροφές σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων.

Ακτίνα²

Where it comes from

Ακτίνα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ακτίνα

  1. γυναικείο όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακτίνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακτίνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1

Chicago

"ακτίνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακτίνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}