αλέγρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλέγρος
- aˈle.ɣɾos
Where it comes from
αλέγρος < (άμεσο δάνειο) βενετική alegro + -ς < ιταλική allegro < λατινική alacer < alo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *al- (αυξάνω, τρέφω). Συγκρίνετε με το αλέγκρο
adjective αλέγρος · αλέγρα · αλέγρο · αλέγρου · αλέγρας
- χαρούμενος, εύθυμος, ζωηρός ※ Με αλέγρα διάθεση και το γνωστό απαράμιλλο στυλ, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν δίστασε να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων και μάλιστα στα γαλλικά, κατά την διάρκεια δείπνου... (* εφημερίδα Έθνος)
Similar: εύθυμος, ζωηρός, κεφάτος, πρόσχαρος, φαιδρός, χαρούμενος
Thesaurus
Talk about this word "αλέγρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αλέγρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%82 "αλέγρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλέγρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}