χαρούμενος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαρούμενος¹
- xaˈɾu.me.nos
Where it comes from
χαρούμενος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω + -ούμενος < αρχαία ελληνική χαίρω
verb χαρούμενος · χαρούμενη · χαρούμενο · χαρούμενου · χαρούμενης
- νιώθοντας χαρά, που νιώθει χαρά Είμαι χαρούμενος που σας βλέπω.
- που εκδηλώνει χαρά, που γενικά είναι ευδιάθετος Ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά.
Similar: ευτυχισμένος, ευτυχής, πασίχαρος, χαρωπός, ευχαριστημένος, χαιράμενος, ευδαίμων, ευδαίμονας, ιλαρός, ευδιάθετος, εύθυμος, κεφάτος, ηλιόχαρος, ηλιοχαρής, λιόχαρος, μακάριος, μάκαρος · Opposite: λυπημένος, στενοχωρημένος, θλιμμένος, λυπητερός, άθυμος, άκεφος, μελαγχολικός
Χαρούμενος²
Where it comes from
Χαρούμενος < χαρούμενος
proper noun Χαρούμενος · Charoumenos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
verb
Similar: ευτυχισμένος, ευτυχής, πασίχαρος, χαρωπός, ευχαριστημένος, χαιράμενος, ευδαίμων, ευδαίμονας, ιλαρός, ευδιάθετος, εύθυμος, κεφάτος, ηλιόχαρος, ηλιοχαρής, λιόχαρος, μακάριος, μάκαρος · Opposite: λυπημένος, στενοχωρημένος, θλιμμένος, λυπητερός, άθυμος, άκεφος, μελαγχολικός
In English
Talk about this word "χαρούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χαρούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "χαρούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαρούμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}