αλήθεια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλήθεια¹
- aˈli.θi.a
Where it comes from
αλήθεια < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλήθεια, αλλά με συνίζηση < ἀληθής < ἀ- στερητικό + λήθη
noun αλήθεια · αλήθειες · αλήθειας · αληθειών
- καθετί που συμφωνεί με την πραγματικότητα, αυτό που όντως συνέβη ή συμβαίνει ή είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα συμβεί γιατί αμφισβητείς πάντα την αλήθεια των λόγων μου;
- η απουσία ψεύδους ή άλλης σκόπιμης αλλοίωσης της πραγματικότητας θέλω να μου λες όλη την αλήθεια
- καθετί που είναι ορθό, καθετί που ισχύει ※ Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
- καθετί που μπορεί να επαληθευτεί πειραματικά ή να ελεγχθεί με τη λογική και την εμπειρία, με αξιόπιστα δεδομένα η επιστημονική αλήθεια
Αλήθεια²
Where it comes from
Αλήθεια < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αλήθεια
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
In English
Talk about this word "αλήθεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αλήθεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "αλήθεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλήθεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}