ψέμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψέμα

  • ˈpse.ma

Where it comes from

ψέμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψέμα < ελληνιστική κοινή ψεῦμα < αρχαία ελληνική ψεῦσμα /ˈpsev.zma/ με αποβολή του τριβόμενου [z]. Δείτε σχόλιο στο ψέμμα. Συγγενή: μαριουπολίτικη псе́ма, κρητική ψώμα

noun ψέμα · ψέματα · ψέματος · ψεμάτων

  1. κάτι που λέγεται και δεν είναι αλήθεια, η συνειδητή απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας ※ Είναι αδύνατο να ζήσης το απόγευμα της ζωής με τα προγράμματα που είναι κατάλληλα για το πρωινό, γιατί αυτό που είχε μεγάλη σημασία τότε, θα έχει πολύ λίγη σημασία τώρα και η αλήθεια του πρωινού θα είναι το ψέμα του απογεύματος.

    Similar: αναλήθεια, ψευδολογία, ψεύδος, ψευτιά · Opposite: αλήθεια

  2. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε μάταιο, εφήμερο που δημιουργεί ψευδείς ελπίδες αλλά στο τέλος οδηγεί σε απογοήτευση Χρήματα, δύναμη, φήμη, όλα αυτά είναι ψέματα χωρίς ουσία.

In English

  • lie intentionally false statement

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψέμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψέμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ψέμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψέμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}