αλισβερίσι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλισβερίσι
- a.lis.veˈɾi.si
Where it comes from
αλισβερίσι < καθαρεύουσα ἀλισβερίσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alışveriş + -ι < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική آلیش ویریش
noun αλισβερίσι · αλισβερίσια · αλισβερισιού · αλισβερισιών
- η δοσοληψία, η αγοραπωλησία
- η εμπορική συναλλαγή ※ Παρ'όλο που ήταν γιορτή για τους ορθοδόξους, όλοι όσοι είχαν αλισβερίσι με το λιμάνι, ήταν στην αποβάθρα απ'το πρωί, γιατί οι ανάγκες των καραβιών δε σταματούσαν ποτέ. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)
- η σχέση ※ Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)
Thesaurus
Talk about this word "αλισβερίσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αλισβερίσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9 "αλισβερίσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλισβερίσι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}