νταραβέρι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νταραβέρι
Where it comes from
νταραβέρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική dare avere (δοῦναι-λαβεῖν)
noun νταραβέρι · νταραβέρια · νταραβεριού · νταραβεριών
- η εμπορική δοσοληψία, η συναλλαγή ※ -Πώς πηγαίνουν αἱ ἐργασίαι εἰς τήν Χίον; -Κεσάτια, μεγαλειότατε, ἀπήντησεν αὐτός. Ὁ βασιλεύς δέν ἐννόησε τήν λέξην, ἀλλά μή θέλων νά τό ὁμολογήσει, ἐστράφη πρός τόν δεύτερον καί τοῦ εἶπε: -Δηλαδή; -Δηλαδή δέν γίνεται νταραβέρι, μεγαλειότατε. Ὁ Ὄθων δέν ἐννόησεν καί πάλιν καί ἐστράφη πρός τόν τρίτο
- η σχέση οικειότητας, συνήθως ερωτική ※ «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτ
- η κίνηση, η φασαρία ※ Τί νταραβέρι καὶ τί κακό ! τί πανηγύρι μοναδικό !
Similar: αλισβερίσι
Thesaurus
noun
Similar: αλισβερίσι
Talk about this word "νταραβέρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. νταραβέρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9 "νταραβέρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νταραβέρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}