νταραβέρι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νταραβέρι

Where it comes from

νταραβέρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική dare avere (δοῦναι-λαβεῖν)

noun νταραβέρι · νταραβέρια · νταραβεριού · νταραβεριών

  1. vulgar, λαϊκότροπο η εμπορική δοσοληψία, η συναλλαγή ※ -Πώς πηγαίνουν αἱ ἐργασίαι εἰς τήν Χίον; -Κεσάτια, μεγαλειότατε, ἀπήντησεν αὐτός. Ὁ βασιλεύς δέν ἐννόησε τήν λέξην, ἀλλά μή θέλων νά τό ὁμολογήσει, ἐστράφη πρός τόν δεύτερον καί τοῦ εἶπε: -Δηλαδή; -Δηλαδή δέν γίνεται νταραβέρι, μεγαλειότατε. Ὁ Ὄθων δέν ἐννόησεν καί πάλιν καί ἐστράφη πρός τόν τρίτο
  2. figuratively, vulgar, λαϊκότροπο, μεταφορικά η σχέση οικειότητας, συνήθως ερωτική ※ «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτ
  3. figuratively, vulgar, λαϊκότροπο, μεταφορικά η κίνηση, η φασαρία ※ Τί νταραβέρι καὶ τί κακό ! τί πανηγύρι μοναδικό !

Similar: αλισβερίσι

Thesaurus

noun

Similar: αλισβερίσι

Talk about this word

Cite this
MLA

"νταραβέρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νταραβέρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9

Chicago

"νταραβέρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νταραβέρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}