मिकविन

αλλο-

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αλλο-

  • a.lo

यह कहाँ से आया

αλλο- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλλο- < ἄλλος (& σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική allo-)

उपसर्ग αλλο- · αλλό-

  1. πρώτο συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη τη σημασία τού άλλου, του διαφορετικού, από άλλο μέρος, που ανήκει σε μία παραλλαγή αλλογενής, αλλοπαρμένος

विलोम: αυτο-, ομοιο-, ομο-

पर्यायवाची और विलोम

उपसर्ग

विलोम: αυτο-, ομοιο-, ομο-

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αλλο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλλο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF-

Chicago

"αλλο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλλο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-07}
}