믹윈

αλλότροπος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

αλλότροπος

어원

αλλότροπος < αρχαία ελληνική ἀλλότροπος < ἄλλος + τρόπος

형용사 αλλότροπος · αλλότροπη · αλλότροπο · αλλότροπου · αλλότροπης

  1. αλλότροπο χημικό στοιχείο, με διαφορετική ατομική διάταξη
  2. που έχει κάποιες ιδιομορφίες ή ιδιοτροπίες

    비슷한 말: αλλόκοτος, ιδιότροπος, παράξενος

  3. διαφορετικός, που έχει διαφορετική μορφή ή είναι φτιαγμένος με άλλο τρόπο

명사 αλλότροπος · αλλότροπη · αλλότροπο · αλλότροπου · αλλότροπης

  1. για αλλότροπο χημικό στοιχείο που είναι αρσενικό ουσιαστικό

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"αλλότροπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλλότροπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"αλλότροπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλλότροπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}