αλτήρας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλτήρας
Where it comes from
αλτήρας < (λόγιο δάνειο) γαλλική haltère < λατινικά halteres (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική ἁλτῆρες, πληθυντικός αριθμός του ἁλτήρ < ἅλλομαι (αντιδάνειο)
noun αλτήρας · αλτήρες · αλτήρα · αλτήρων
-
όργανο εκγύμνασης αποτελούμενο από δύο βάρη που συνδέονται με μια μεταλλική ράβδο
Similar: βαράκι
- όργανο που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές στην αρχαία Ελλάδα, προκειμένου να αντεπεξέλθουν καλύτερα σε επιχειρούμενο άλμα Οι αλτήρες ήταν λίθινα ή μολύβδινα βάρη που χρησιμοποιούσαν οι άλτες κατά την εκτέλεση του αγωνίσματος, για να δώσουν μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα τους. Με αυτούς, όμως, εξασκούσαν επίσης τα χέρια και τα δάκτυλά τους (αλτηροβολία). (*)
In English
- dumbbell a weight with two disks attached to a short bar
Talk about this word "αλτήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αλτήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82 "αλτήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλτήρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}