αμέσως
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμέσως
- aˈme.sos
Sounds like άμεσος
Where it comes from
αμέσως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμέσως (επίρρημα) < αρχαία ελληνική άμεσος (επίθετο)
adverb αμέσως
- την ίδια στιγμή
Similar: ακαριαία, ακαριαίως, αστραπιαία, αυθωρεί, αυτοστιγμεί, ευθύς, ευθύς αμέσως, παραχρήμα, στο άψε σβήσε, όσο να πεις κύμινο, όσο να πεις κρεμμύδι, πατ κιουτ, σε χρόνο ντε τε, στο πι και φι, στο πιτς φιτίλι, πιτς φιτίλι, τάκα τάκα, στο τάκα τάκα, τσακ μπαμ, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε
Thesaurus
adverb
Similar: ακαριαία, ακαριαίως, αστραπιαία, αυθωρεί, αυτοστιγμεί, ευθύς, ευθύς αμέσως, παραχρήμα, στο άψε σβήσε, όσο να πεις κύμινο, όσο να πεις κρεμμύδι, πατ κιουτ, σε χρόνο ντε τε, στο πι και φι, στο πιτς φιτίλι, πιτς φιτίλι, τάκα τάκα, στο τάκα τάκα, τσακ μπαμ, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε
In English
- straight directly; without pause, delay or detour
- immediately in an immediate manner
- instantly at once
- at once immediately
- right away very soon
- imminently in an imminent manner
Talk about this word "αμέσως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%83%CF%89%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αμέσως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%83%CF%89%CF%82 "αμέσως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%83%CF%89%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμέσως},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%83%CF%89%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}