αμίαντος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμίαντος¹
Where it comes from
αμίαντος (επίθετο) < αρχαία ελληνική ἀμίαντος < ἀ- + μιαίνω
# αμίαντος (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἀμίαντος (ουσιαστικό) < ἀμίαντος (επίθετο) < ἀ- + μιαίνω
adjective αμίαντος · αμίαντη · αμίαντο
- που δεν έχει μιανθεί
Similar: αγνός, αμόλυντος, άσπιλος, άχραντος, καθαρός · Opposite: βεβηλωμένος, κηλιδωμένος, λερωμένος, μαγαρισμένος, μιαντός, μιασμένος, μολυσμένος
noun αμίαντος
- ομάδα διαφορετικών πυριτικών ορυκτών που αποτελούνται από ίνες, που παλιότερα χρησιμοποιούνταν συχνά, σήμερα όμως η χρήση τους έχει απαγορευθεί, επειδή η εισπνοή τους προκαλεί καρκίνο των πνευμόνων
Αμίαντος²
Where it comes from
Αμίαντος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αμίαντος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
adjective
Similar: αγνός, αμόλυντος, άσπιλος, άχραντος, καθαρός · Opposite: βεβηλωμένος, κηλιδωμένος, λερωμένος, μαγαρισμένος, μιαντός, μιασμένος, μολυσμένος
In English
- asbestos any of several fibrous mineral forms of magnesium silicate
Talk about this word "αμίαντος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αμίαντος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82 "αμίαντος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμίαντος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}