αμηνόρροια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμηνόρροια
Where it comes from
αμηνόρροια < (λόγιο δάνειο) γαλλική aménorrhée < α- (στερητικό) + αρχαία ελληνική μήν + -ροια (< αρχαία ελληνική ῥέω)
noun αμηνόρροια · αμηνόρροιες · αμηνόρροιας · αμηνορροιών
- η έλλειψη ή η διακοπή της εμμήνου ρύσεως σε μια γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας ※ Η πρωτοπαθής αμηνόρροια, που ορίζεται ως η ισόβια απουσία εμμήνου ρύσεως, απαιτεί αξιολόγηση εάν η εμμηναρχή δεν έχει εμφανιστεί μέχρι την ηλικία των 15 ετών ή τρία χρόνια μετά τη θηλαρχή. Η δευτεροπαθής αμηνόρροια χαρακτηρίζεται από διακοπή της προηγουμένως κανονικής εμμήνου ρύσεως για τρεις μήνε
Opposite: έμμηνα, εμμηνόρροια, εμμηνορρυσία, περίοδος
Thesaurus
noun
Opposite: έμμηνα, εμμηνόρροια, εμμηνορρυσία, περίοδος
In English
- amenorrhoea lack of a menstrual period
Talk about this word "αμηνόρροια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αμηνόρροια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1 "αμηνόρροια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμηνόρροια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}