ανάβω
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
ανάβω
- aˈna.vo
Откуда оно
ανάβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνάβω < αρχαία ελληνική ἀνάπτω
глагол ανάβω · άναψα · ανάβομαι · ανάφτηκα · αναμμένος
-
βάζω φωτιά σε κάτι
※ Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 https://www.skai.gr/news/greece/sovaros-traymatismos-a
Похожие: καίω
- θέτω σε λειτουργία μια μηχανή ή συσκευή
- θυμώνω κάποιον
- ερεθίζω σεξουαλικά
- παίρνω φωτιά ※ Το σπίτι του γιατρού είναι από ξύλο, ανάβει σαν μπουρλότο. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- υπερθερμαίνομαι, είμαι υπερβολικά ζεστός ※ Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- τίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές)
- θυμώνω
- ερεθίζομαι σεξουαλικά
По-английски
Обсудить это слово "ανάβω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B2%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ανάβω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B2%CF%89 "ανάβω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B2%CF%89.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάβω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B2%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}