ανάκλαση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάκλαση
- aˈna.kla.si
Sounds like ανάκληση, ανάκλιση
Where it comes from
ανάκλαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάκλα(σις) + -ση
noun ανάκλαση · ανακλάσεις · ανάκλασης · ανακλάσεων
- το φαινόμενο κατά το οποίο ένα μέτωπο κύματος (φωτός, ήχου, νερού, ηλεκτρομαγνητικό) αλλάζει διεύθυνση διάδοσης (και γυρίζει στο ίδιο μέσο από όπου είχε εκπεμφθεί) όταν προσπίπτει σε επιφάνεια που το διαχωρίζει από άλλο μέσο διάδοσης
- η αυτόματη αντίδραση του μυικού συστήματος αλλά και οργάνων (σπάνια χρήση -πλέον αυτές οι αντιδράσεις αναφέρονται ως ανακλαστικά και αντανακλαστικά)
Talk about this word "ανάκλαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανάκλαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B7 "ανάκλαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάκλαση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}