ανάκληση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάκληση
- aˈna.kli.si
Sounds like ανάκλαση
Where it comes from
ανάκληση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάκλη(σις) (επίκληση θεότητας, αποχώρηση) + -ση < ἀνακαλέω-ἀνακαλῶ και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική recall και τη γαλλική rappel.
noun ανάκληση · ανακλήσεις · ανάκλησης · ανακλήσεων
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο ανάκληση διπλωματικών υπαλλήλων
- η απόσυρση προϊόντων (συνήθως ή προβληματικών ή πιθανώς ελαττωματικών) από την αγορά και η συγκέντρωσή τους στο εργοστάσιο παραγωγής Στην ανάκληση 6 εκατομμυρίων οχημάτων της προχώρησε η Τογιότα
- η επαναφορά μιας ανάμνησης στη μνήμη
- η ανάγνωση δεδομένων από μνήμη
Similar: ακύρωση, πληροφορική, ανάκτηση, ανάγνωση
Thesaurus
noun
Similar: ακύρωση, πληροφορική, ανάκτηση, ανάγνωση
In English
- withdrawal receiving from someone's care what one has earlier entrusted to them
- annulment act or instance of annulling
- revocation action of revoking
Talk about this word "ανάκληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανάκληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ανάκληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάκληση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}