ανάκληση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάκληση

  • aˈna.kli.si

Sounds like ανάκλαση

Where it comes from

ανάκληση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάκλη(σις) (επίκληση θεότητας, αποχώρηση) + -ση < ἀνακαλέω-ἀνακαλῶ και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική recall και τη γαλλική rappel.

noun ανάκληση · ανακλήσεις · ανάκλησης · ανακλήσεων

  1. διπλωματία η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο ανάκληση διπλωματικών υπαλλήλων
  2. η απόσυρση προϊόντων (συνήθως ή προβληματικών ή πιθανώς ελαττωματικών) από την αγορά και η συγκέντρωσή τους στο εργοστάσιο παραγωγής Στην ανάκληση 6 εκατομμυρίων οχημάτων της προχώρησε η Τογιότα
  3. η επαναφορά μιας ανάμνησης στη μνήμη
  4. πληροφορική η ανάγνωση δεδομένων από μνήμη

Similar: ακύρωση, πληροφορική, ανάκτηση, ανάγνωση

Thesaurus

In English

  • withdrawal receiving from someone's care what one has earlier entrusted to them
  • annulment act or instance of annulling
  • revocation action of revoking

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάκληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάκληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανάκληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάκληση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}