ανάρτηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάρτηση

  • aˈnaɾ.ti.si

Where it comes from

ανάρτηση < αρχαία ελληνική ἀνάρτησις

:* για τον διαδικτυακό όρο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική post

noun ανάρτηση · αναρτήσεις · ανάρτησης · αναρτήσεων

  1. το να αναρτά κάποιος κάτι

    Similar: κρέμασμα

  2. figuratively, συνεκδοχικά η δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο
  3. σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση
  4. διαδίκτυο δημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.)

In English

  • suspension act of suspending or state of being suspended
  • post individual message in a forum — see also upload

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάρτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάρτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανάρτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάρτηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}