ανάρτηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάρτηση
- aˈnaɾ.ti.si
Where it comes from
ανάρτηση < αρχαία ελληνική ἀνάρτησις
:* για τον διαδικτυακό όρο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική post
noun ανάρτηση · αναρτήσεις · ανάρτησης · αναρτήσεων
-
το να αναρτά κάποιος κάτι
Similar: κρέμασμα
- η δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο
- σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση
- δημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.)
In English
- suspension act of suspending or state of being suspended
- post individual message in a forum — see also upload
Talk about this word "ανάρτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανάρτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ανάρτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάρτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}