ανάστημα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάστημα

  • aˈna.sti.ma

Where it comes from

ανάστημα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνάστημα

noun ανάστημα · αναστήματα · αναστήματος · αναστημάτων

  1. το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πο

    Similar: κορμοστασιά, μπόι

  2. figuratively, μεταφορικά η υπόσταση, το σύνολο των ηθικών ικανοτήτων κάποιου

    Similar: αξία, εντιμότητα, επίπεδο, σθένος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάστημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάστημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ανάστημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάστημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}