σθένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σθένος
Where it comes from
σθένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σθένος
: για τη χημεία < απόδοση για την αγγλική valency
: για τη γλωσσολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική valence
noun σθένος · σθένη · σθένους · σθενών
-
η ψυχική δύναμη
Similar: θάρρος, τόλμη, αντοχή · Opposite: ατολμία, μικροψυχία
- αριθμός που εκφράζει τη συμπεριφορά ενός χημικού στοιχείου, όταν αυτό σχηματίζει χημικές ενώσεις· ισούται με τον αριθμό ατόμων υδρογόνου με τα οποία μπορεί να ενωθεί ένα άτομο του εξεταζόμενου στοιχείου Το χημικό σθένος του οξυγόνου είναι 2, καθώς απαιτούνται 2 άτομα υδρογόνου και 1 άτομο οξυγόνου για να σχηματιστεί ένα μόριο νερού.
- ο αριθμός και το είδος των γλωσσικών στοιχείων με τα οποία μπορεί να συνδυάζεται το κατηγόρημα, συνήθως το ρήμα Τα ρήματα που συντάσσονται με υποκείμενο και δύο αντικείμενα έχουν σθένος 3, είναι δηλαδή τρισθενή.
In English
Talk about this word "σθένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σθένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "σθένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σθένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}