σθένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σθένος

Where it comes from

σθένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σθένος

: για τη χημεία < απόδοση για την αγγλική valency

: για τη γλωσσολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική valence

noun σθένος · σθένη · σθένους · σθενών

  1. η ψυχική δύναμη

    Similar: θάρρος, τόλμη, αντοχή · Opposite: ατολμία, μικροψυχία

  2. χημεία αριθμός που εκφράζει τη συμπεριφορά ενός χημικού στοιχείου, όταν αυτό σχηματίζει χημικές ενώσεις· ισούται με τον αριθμό ατόμων υδρογόνου με τα οποία μπορεί να ενωθεί ένα άτομο του εξεταζόμενου στοιχείου Το χημικό σθένος του οξυγόνου είναι 2, καθώς απαιτούνται 2 άτομα υδρογόνου και 1 άτομο οξυγόνου για να σχηματιστεί ένα μόριο νερού.
  3. γλωσσολογία, γραμματική ο αριθμός και το είδος των γλωσσικών στοιχείων με τα οποία μπορεί να συνδυάζεται το κατηγόρημα, συνήθως το ρήμα Τα ρήματα που συντάσσονται με υποκείμενο και δύο αντικείμενα έχουν σθένος 3, είναι δηλαδή τρισθενή.

In English

  • force anything that is able to make a big change in person or thing
  • fortitude mental or emotional strength
  • valence chemistry: combining capacity of an atom, functional group, or radical

Talk about this word

Cite this
MLA

"σθένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σθένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"σθένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σθένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}