αναιρώ
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
αναιρώ
- a.neˈɾo
Откуда оно
αναιρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναιρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀναιρέω < ἀν- στερητικό + αἱρέω
глагол αναιρώ · αναίρεσα · αναιρούμαι · αναιρέθηκα · αναιρεμένος
-
αναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου
Αναιρώ! Είχα δυστυχώς λανθασμένη πληροφόρηση και η προηγούμενη δήλωσή μου δεν ευσταθεί
Похожие: ανακαλώ
- ακυρώνω Το γεγονός ότι τώρα λες αλήθεια δεν αναιρεί το γεγονός ότι μου είπες ψέματα χτες
По-английски
- recant to withdraw or repudiate formally and publicly
Обсудить это слово "αναιρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αναιρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E "αναιρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {αναιρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}