αναμέτρηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναμέτρηση

Where it comes from

αναμέτρηση < αναμετρώ < ανά + μετρέω

noun αναμέτρηση · αναμετρήσεις · αναμέτρησης · αναμετρήσεων

  1. η διαδικασία με την οποία κάποιος μετρά τις δυνάμεις του στην πράξη, αντιπαρατάσσοντάς τες στις αντίστοιχες δυνάμεις κάποιου άλλου, με πόλεμο, φραστική διαμάχη, αγώνα ομάδων (π.χ. στο ποδόσφαιρο) ή ατόμων με στόχο μια προσωπική νίκη επί του άλλου στρατιωτική αναμέτρηση (πόλεμος)
  2. το ξαναμέτρημα, το προσεκτικό στάθμισμα διάφορων παραμέτρων

Similar: σύγκρουση, σύγκριση, διαμάχη, συμπλοκή, διαπληκτισμός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναμέτρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναμέτρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναμέτρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναμέτρηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}