αναπληρωτής
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
αναπληρωτής
מאיפה זה בא
αναπληρωτής < αναπληρώνω + -τής
שם עצם αναπληρωτής · αναπληρωτές · αναπληρωτή · αναπληρωτών
- αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του ο αναπληρωτής διευθυντής
- εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε σχολεία
- καθηγητής πανεπιστημίου, ανώτερος από τον επίκουρο και κατώτερος από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας
באנגלית
- substitute replacement or stand-in
- deputy representative
לדבר על המילה הזו "αναπληρωτής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. αναπληρωτής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82 "αναπληρωτής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {αναπληρωτής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}