מיקווין

αναπληρωτής

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αναπληρωτής

מאיפה זה בא

αναπληρωτής < αναπληρώνω + -τής

שם עצם αναπληρωτής · αναπληρωτές · αναπληρωτή · αναπληρωτών

  1. αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του ο αναπληρωτής διευθυντής
  2. εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε σχολεία
  3. καθηγητής πανεπιστημίου, ανώτερος από τον επίκουρο και κατώτερος από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αναπληρωτής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

αναπληρωτής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"αναπληρωτής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναπληρωτής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}