ανδρείκελο
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
ανδρείκελο
- anˈðɾi.ce.lo
De unde vine
ανδρείκελο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνδρείκελον < ἀνδρείκελος < ἀνήρ + εἴκελος (όμοιος)
: για τη μεταφορική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική marionette
substantiv ανδρείκελο · ανδρείκελα · ανδρείκελου · ανδρεικέλου · ανδρείκελων · ανδρεικέλων
- ομοίωμα ανθρώπου
- άνθρωπος χωρίς θέληση, του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται από κάποιον άλλο ※ Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμὸ / ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ δυὸ τυφλὰ χέρια, / χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμὸ, / ἄτονα κοιτώντας, παθητικὰ, τἀστέρια. (Κώστας Καρυωτάκης, Ανδρείκελα, από την ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)
În engleză
Discută despre acest cuvânt "ανδρείκελο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ανδρείκελο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF "ανδρείκελο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {ανδρείκελο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}