ανενεργός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανενεργός

  • a.ne.neɾˈɣos

Where it comes from

ανενεργός < είτε (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνενεργ(ής) με μεταπλασμό σε -ός είτε αν- στερητικό + ενεργός (αρχαία ελληνική ἐνεργός)

adjective ανενεργός · ανενεργή · ανενεργό · ανενεργού

  1. ο μη ενεργός, που ασκεί ένα επάγγελμα, αλλά έχει αναδουλειές ή ασθενεί και έτσι δεν παρουσιάζει δραστηριότητα επαγγελματική Αν και είναι ανενεργός επιτηδευματίας, φορολογείται μόνον και μόνον επειδή δεν έχει "κλείσει" τα βιβλία του.
  2. που δεν παρουσιάζει κινητικότητα, που έμμεσα μπορεί να θεωρείται σκόπιμα παθητικό, που κάποιος έχει την κτήση του αλλά δεν τον χρησιμοποιεί ανενεργός λογαριασμός τράπεζας, ανενεργό ΑΦΜ

Opposite: ενεργός

Thesaurus

adjective

Opposite: ενεργός

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανενεργός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανενεργός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανενεργός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανενεργός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}