ενεργός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ενεργός
- e.neɾˈɣos
Where it comes from
ενεργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργός < ἐν + ἔργον
adjective ενεργός · ενεργή · ενεργό · ενεργού
- που βρίσκεται σε ενέργεια, σε δράση, που δραστηριοποιείται και ενεργεί Είναι σε ενεργό δράση, μάχιμος και δραστήριος. Εργάζεται ακόμη, σε τέτοια μεγάλη ηλικία.
- που δύναται να επηρεάσει ή να μεταβάλλει κατάσταση, δραστικός μια ενεργή ουσία που χρησιμοποιείται σε φάρμακα
Similar: δραστήριος, δραστικός, ενεργητικός, επιδραστικός · Opposite: ανενεργός, αδρανής, παθητικός
Thesaurus
adjective
Similar: δραστήριος, δραστικός, ενεργητικός, επιδραστικός · Opposite: ανενεργός, αδρανής, παθητικός
In English
- active in action
Talk about this word "ενεργός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ενεργός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82 "ενεργός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ενεργός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}