מיקווין

ανιαρός

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ανιαρός

מאיפה זה בא

ανιαρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνιαρός < ἀνία + -ρός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ennuyeux

שם תואר ανιαρός · ανιαρή · ανιαρό · ανιαρού · ανιαρής

  1. χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που προκαλεί ανία, βαρεμάρα Το να αντιγράφεις το όνομά σου 100 φορές σε μια κόλλα χαρτί είναι μια ανιαρή εργασία.

דומה: βαρετός, πληκτικός, αργόσχολος

מילים נרדפות והפכים

באנגלית

  • boring causing boredom or tiredness
  • monotonous tedious, repetitious or lacking in variety

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ανιαρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανιαρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανιαρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανιαρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}