βαρετός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαρετός
Where it comes from
βαρετός < → λείπει η ετυμολογία
adjective βαρετός · βαρετή · βαρετό · βαρετού · βαρετής
- που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον ή εναλλαγές και επομένως προκαλεί βαρεμάρα, ανία ※ Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, ε
Thesaurus
In English
Talk about this word "βαρετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βαρετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82 "βαρετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαρετός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}