ανοχή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανοχή

  • a.noˈçi

Sounds like ενοχή

Where it comes from

ανοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνοχή < ἀνέχω < ἔχω

:* όριο ανεκτικότητας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tolérance

:* οίκος ανοχής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική maison de tolérance

noun ανοχή · ανοχές · ανοχής · ανοχών

  1. ανεκτικότητα, υπομονή
  2. ενδοτικότητα
  3. ο καθορισμός ενός ορίου (προς τα πάνω ή προς τα κάτω) μέσα στο οποίο μπορεί να θεωρηθεί ανεκτή μια διαφορά τιμής ανάμεσα σε ό,τι έχει σχεδιαστεί και σε ό,τι έχει παραχθεί / κατασκευαστεί
  4. dated, παρωχημένο σιτοδεία, αφορία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"ανοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανοχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}