ενοχή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενοχή

  • e.noˈçi

Sounds like ανοχή

Where it comes from

ενοχή < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι

noun ενοχή · ενοχές · ενοχής · ενοχών

  1. η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου
  2. και στον πληθυντικό η κατάσταση κατά την οποία κάποιος μέμφεται τον εαυτό του για πράξη ή παράλειψή του - το συναίσθημα που συνοδεύει αυτήν την κατάσταση δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις
  3. η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράλειψης

In English

  • guilt responsibility for wrongdoing
  • remorse feeling of regret or sadness for doing wrong or sinning

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"ενοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενοχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}