αντέχω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντέχω
- anˈde.xo
Where it comes from
αντέχω < αρχαία ελληνική ἀντέχω
verb αντέχω · άντεχα · θα αντέχω · να αντέχω · αντέχοντας
- αντιμετωπίζω κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό με υπομονή και καρτερικότητα
-
έχω (ή συνεχίζω να έχω) αντοχή κι ανθεκτικότητα σε κάτι, διατηρώντας τα βασικά μου χαρακτηριστικά
Similar: υπομένω
- διαθέτω (ή συνεχίζω να διαθέτω) τη δύναμη που χρειάζεται για κάτι αντέχεις να περπατήσεις;
- δείχνω ανθεκτικότητα σε κάτι που επιχειρεί να με καταβάλλει ο οργανισμός του ασθενούς δεν άντεξε
- προβάλλω αντίσταση μέχρι τέλους σε κάποια εξωτερική εχθρική ενέργεια η ομάδα φαίνεται να αντέχει στις επιθέσεις των αντιπάλων
- επιβιώνω, διατηρώντας τις σωματικές μου δυνάμεις ο άνθρωπος δεν αντέχει χωρίς νερό
- ανταποκρίνομαι, διατηρώ την αξία μου αντέχει σε κάθε είδους κριτική
In English
Talk about this word "αντέχω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%87%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αντέχω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%87%CF%89 "αντέχω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%87%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντέχω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%87%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}