υποφέρω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποφέρω
Where it comes from
υποφέρω < αρχαία ελληνική ὑποφέρω < ὑπό + φέρω
verb υποφέρω
- αντέχω πόνο, βάσανο ή άλλη αρνητική εμπειρία δεν την υποφέρω τη ζέστη πια
- νιώθω ένα έντονα αρνητικό αίσθημα, πόνο σωματικό ή ψυχικό, βρίσκομαι κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες υποφέρω από τη ζέστη / από αρρώστια / από τον θάνατο αγαπημένων προσώπων / από φτώχια κλπ
Similar: αποκάμ, ν, ω, βαργεστίζω, βαρυαλγώ, βασανίζομαι, γανιάζω, δεινοπαθώ, ισχυροπαθώ, κακοβαστάζω, κακοπαθαίνω, κακοπαθώ, μαρτυρίζομαι, μαρτυρίζω, πάσχω, περικακώ, πικροκακοπαθώ, ταλαιπορούμαι, υπομένω, φρενιάζω
Thesaurus
verb
Similar: αποκάμ, ν, ω, βαργεστίζω, βαρυαλγώ, βασανίζομαι, γανιάζω, δεινοπαθώ, ισχυροπαθώ, κακοβαστάζω, κακοπαθαίνω, κακοπαθώ, μαρτυρίζομαι, μαρτυρίζω, πάσχω, περικακώ, πικροκακοπαθώ, ταλαιπορούμαι, υπομένω, φρενιάζω
In English
- ache be in pain
- anguish suffer pain
- suffer undergo hardship
- go through undergo, suffer, experience
Talk about this word "υποφέρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%AD%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. υποφέρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%AD%CF%81%CF%89 "υποφέρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%AD%CF%81%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποφέρω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%AD%CF%81%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}