αντανακλαστικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντανακλαστικό
noun αντανακλαστικό · ανακλαστικό
- η αυθόρμητη φυσική αντίδραση σε κάποιο ερέθισμα ή εκείνη που έχει αυτοματοποιηθεί από συνήθεια Τα νεογνικά αντανακλαστικά ελέγχονται σε όλα τα νεογέννητα ώστε να διαπιστωθεί τυχόν νευρολογική βλάβη
- η λογικά αναμενόμενη αυθόρμητη αντίδραση ενός ατόμου σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα Όταν τα κοινωνικά αντανακλαστικά δέχονται συνεχώς ισχυρά αντικρουόμενα ερεθίσματα από τους πολιτικούς, τότε εξασθενούν
adjective αντανακλαστικό
- αιτιατική ενικού του αντανακλαστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντανακλαστικός
In English
- reflex automatic response
Talk about this word "αντανακλαστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αντανακλαστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αντανακλαστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντανακλαστικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}