αντανακλαστικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντανακλαστικό

noun αντανακλαστικό · ανακλαστικό

  1. η αυθόρμητη φυσική αντίδραση σε κάποιο ερέθισμα ή εκείνη που έχει αυτοματοποιηθεί από συνήθεια Τα νεογνικά αντανακλαστικά ελέγχονται σε όλα τα νεογέννητα ώστε να διαπιστωθεί τυχόν νευρολογική βλάβη
  2. figuratively, μεταφορικά η λογικά αναμενόμενη αυθόρμητη αντίδραση ενός ατόμου σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα Όταν τα κοινωνικά αντανακλαστικά δέχονται συνεχώς ισχυρά αντικρουόμενα ερεθίσματα από τους πολιτικούς, τότε εξασθενούν

adjective αντανακλαστικό

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του αντανακλαστικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντανακλαστικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντανακλαστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντανακλαστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"αντανακλαστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντανακλαστικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}