αντεμπρησμός

Ελληνικά · Sinónimos y antónimos

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

αντεμπρησμός

De dónde viene

αντεμπρησμός < αντι- + εμπρησμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐμπίμπρημι < πίμπρημι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-feu)

sustantivo αντεμπρησμός · αντεμπρησμοί · αντεμπρησμού · αντεμπρησμών · αντεμπρησμό · αντεμπρησμούς

  1. ελεγχόμενος εμπρησμός μικρής εξάπλωσης, που αποσκοπεί στον έλεγχο μια μεγαλύτερης έκτασης πυρκαγιάς ※ Παράξενο στο άκουσμα, στο ευρύ κοινό, αλλά όχι στο πυροσβεστικό γίγνεσθαι, όπου ο λεγόμενος αντεμπρησμός, ή αντιπυρκαγιά, ή αντιπυρά, αποτελεί μια από τις λεγόμενες «έμμεσες ξηρές μεθόδους κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, οι πυροσβέστες βάζουν φωτιά προκαλώντας μέτωπο πυρκα

    Parecidas: αντιπυρά, αντιπυρκαγιά, φωτιά, αντιπυρικός, ζώνη

  2. rare, σπάνιο εμπρησμός που αποσκοπεί σε αντεκδίκηση για άλλον εμπρησμό

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"αντεμπρησμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντεμπρησμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αντεμπρησμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντεμπρησμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}