αντηρίδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντηρίδα
- an.diˈɾi.ða
Where it comes from
αντηρίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντηρίς από την αιτιατική «τήν ἀντηρίδα» < ἀντερείδω < ἀντί + ἐρείδω
:* για τους όρους γεωλογίας, βοτανικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contrefort
noun αντηρίδα · αντηρίδες · αντηρίδας · αντηρίδων
- τοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει
- τοιχάκι που συγκρατεί το χώμα σε κατωφέρεια
- : ≈ συνώνυμα: ξερολιθιά, σκάλα
-
δοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα
※ Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. (Αμφίπολη: Αποκαλύφθηκαν τα μαρμάρινα βάθρα πάνω στα οποία πατούν οι Καρυάτιδες εφημερίδα Το Βήμα 30
Similar: αντέρεισμα, έρεισμα, στήριγμα, υποστήριγμα, υποστύλωση
- βουνοκορφή που προεξέχει σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλες βουνοκορφές της οροσειράς
- φυτικός βλαστός ομόρριζος με τον κεντρικό βλαστό και δίπλα σ’ αυτόν
Similar: αντέρεισμα
Thesaurus
noun
Similar: αντέρεισμα
In English
- buttress brick or stone structure built against another structure to support it
Talk about this word "αντηρίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αντηρίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "αντηρίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντηρίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}