αντικαθιστώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντικαθιστώ
- a(n).di.ka.θiˈsto
Where it comes from
αντικαθιστώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι με μεταπλασμό σε αντι- + καθιστώ όπως από το καθίστημι
verb αντικαθιστώ · αντικαθιστούσα · αντικαταστήσω · αντικατέστησα · αντικαθίσταμαι · αντικαταστάθηκα
- βγάζω κάτι/κάποιον και τοποθετώ στη θέση του κάτι άλλο το οποίο είναι ίσης αξίας, ίδιας αποτελεσματικότητας, ίσης απόδοσης με το / τον αντικατασταθέν /ντα.
- μπαίνω στη θέση που κατείχε πριν κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
- γράφω τους τύπους ενός ρήματος σε άλλους χρόνους ή εγκλίσεις
- γράφω νέα δεδομένα πάνω στη θέση μνήμης παλαιότερων
Similar: αλλάζω
Thesaurus
verb
Similar: αλλάζω
In English
- change to replace
- substitute to use in place of something else
- replace to supply or substitute an equivalent for
- relay to place (people or horses) in relays
Talk about this word "αντικαθιστώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αντικαθιστώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E "αντικαθιστώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντικαθιστώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}