αντικαθιστώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντικαθιστώ

  • a(n).di.ka.θiˈsto

Where it comes from

αντικαθιστώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι με μεταπλασμό σε αντι- + καθιστώ όπως από το καθίστημι

verb αντικαθιστώ · αντικαθιστούσα · αντικαταστήσω · αντικατέστησα · αντικαθίσταμαι · αντικαταστάθηκα

  1. βγάζω κάτι/κάποιον και τοποθετώ στη θέση του κάτι άλλο το οποίο είναι ίσης αξίας, ίδιας αποτελεσματικότητας, ίσης απόδοσης με το / τον αντικατασταθέν /ντα.
  2. μπαίνω στη θέση που κατείχε πριν κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
  3. γραμματική γράφω τους τύπους ενός ρήματος σε άλλους χρόνους ή εγκλίσεις
  4. πληροφορική γράφω νέα δεδομένα πάνω στη θέση μνήμης παλαιότερων

Similar: αλλάζω

Thesaurus

verb

Similar: αλλάζω

In English

  • change to replace
  • substitute to use in place of something else
  • replace to supply or substitute an equivalent for
  • relay to place (people or horses) in relays

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντικαθιστώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντικαθιστώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E

Chicago

"αντικαθιστώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντικαθιστώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}