ميكوين

αντιμετωπίζω

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αντιμετωπίζω

  • an.di.me.toˈpi.zo

من أين أتت

αντιμετωπίζω < αντιμέτωπ(ος) + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική affronter

فعل αντιμετωπίζω · αντιμετώπισα · αντιμετωπίζομαι · αντιμετωπίστηκα · αντιμετωπίσθηκα · αντιμετωπισμένος

  1. είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.)
  2. βρίσκομαι σε μια δύσκολη κατάσταση και αγωνίζομαι να την ξεπεράσω
  3. συμπεριφέρομαι σε κάποιον ή σε κάτι σύμφωνα με ορισμένη ιδιότητά του

مشابه: υπομένω, αποκρούω, αντιπαλεύω, αντεπεξέρχομαι, αντικρίζω, καταπολεμώ

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • face deal with, confront
  • treat to handle, deal with or behave towards in a specific way
  • tackle to face or deal with
  • take on To attempt to fight or compete
  • encounter confront (someone or something)

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αντιμετωπίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%89%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντιμετωπίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%89%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"αντιμετωπίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%89%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντιμετωπίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%89%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}