αντισυλληπτικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αντισυλληπτικό
- an.di.si.li.ptiˈko
Where it comes from
αντισυλληπτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αντισυλληπτικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική contraceptive)
noun αντισυλληπτικό · αντισυλληπτικά · αντισυλληπτικού · αντισυλληπτικών
- σκεύασμα ή χάπι που προλλαμβάνει τη σύλληψη (παιδιού) και συμβάλλει στην αντισύλληψη αναστέλλοντας την ωορρηξία
adjective αντισυλληπτικό · αντισυλληπτικά · αντισυλληπτικού · αντισυλληπτικών
- αιτιατική ενικού του αντισυλληπτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντισυλληπτικός
In English
- contraceptive means by which impregnating a woman can be prevented
Talk about this word "αντισυλληπτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αντισυλληπτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αντισυλληπτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αντισυλληπτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}