αντλία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Αντλία¹

Where it comes from

Αντλία < (άμεσο δάνειο) λατινική Antlia

proper noun Αντλία · Αντλίας

  1. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση Συντομογραφία : Ant

αντλία²

  • andˈli.a

Where it comes from

αντλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντλία, παράλληλος τύπος του άντλος (ύφαλα πλοίου, αμπάρι) με σφαλερό συσχετισμό με το αντλώ

noun αντλία · αντλίες · αντλίας · αντλιών

  1. εργαλείο, εξάρτημα η συσκευή ή όργανο που αντλεί ένα υγρό ή αέριο ή/και το κατευθύνει στην επιθυμητή οδό Η αντλία κρεμοσάπουνου είναι αξεσουάρ λουτρού από το οποίο βγάζουμε υγροσάπουνο για να πλύνουμε τα χέρια μας στο νιπτήρα.

Similar: τρόμπα

Thesaurus

noun

Similar: τρόμπα

In English

  • pump device for moving liquid or gas

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντλία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντλία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αντλία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντλία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}