ανώμαλος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανώμαλος

Where it comes from

ανώμαλος < αρχαία ελληνική ἀνώμαλος

adjective ανώμαλος · ανώμαλη · ανώμαλο · ανώμαλου · ανώμαλης

  1. που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό
  2. γραμματική για λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων λεξικό ανωμάλων ρημάτων
  3. χωρίς σταθερό ρυθμό, με απρόβλεπτες διακυμάνσεις
  4. που παρουσιάζει εμπόδια ο δρόμος ήταν ανώμαλος, γεμάτος λακούβες
  5. που διεξάγεται με πολλές δυσκολίες και χωρίς να υπάρχουν οι συνήθεις συνθήκες το αεροπλάνο αναγκάστηκε να κάνει ανώμαλη προσγείωση
  6. για ανθρώπους σεξουαλικά διεστραμμένος, ο διαστροφικός
  7. το ουδέτερο ως ουσιαστικό, γαστρονομία γλυκό με κουβερτούρα και αμύγδαλα, περισσότερο γνωστό ως βραχάκι

Opposite: ομαλός

noun ανώμαλος · ανώμαλη · ανώμαλο · ανώμαλου · ανώμαλης

  1. άνθρωπος διεστραμμένος

Thesaurus

adjective

Opposite: ομαλός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανώμαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανώμαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανώμαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανώμαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}