ανώμαλος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανώμαλος
Where it comes from
ανώμαλος < αρχαία ελληνική ἀνώμαλος
adjective ανώμαλος · ανώμαλη · ανώμαλο · ανώμαλου · ανώμαλης
- που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό
- για λέξεις που κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθούν τα συνήθη πρότυπα σχηματισμού κλιτών τύπων λεξικό ανωμάλων ρημάτων
- χωρίς σταθερό ρυθμό, με απρόβλεπτες διακυμάνσεις
- που παρουσιάζει εμπόδια ο δρόμος ήταν ανώμαλος, γεμάτος λακούβες
- που διεξάγεται με πολλές δυσκολίες και χωρίς να υπάρχουν οι συνήθεις συνθήκες το αεροπλάνο αναγκάστηκε να κάνει ανώμαλη προσγείωση
- σεξουαλικά διεστραμμένος, ο διαστροφικός
- γλυκό με κουβερτούρα και αμύγδαλα, περισσότερο γνωστό ως βραχάκι
Opposite: ομαλός
noun ανώμαλος · ανώμαλη · ανώμαλο · ανώμαλου · ανώμαλης
- άνθρωπος διεστραμμένος
Thesaurus
adjective
Opposite: ομαλός
In English
Talk about this word "ανώμαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανώμαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82 "ανώμαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανώμαλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}