ομαλός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ομαλός
Where it comes from
ομαλός < αρχαία ελληνική ὁμαλός
adjective ομαλός · ομαλή · ομαλό · ομαλού · ομαλής
- που δεν παρουσιάζει απότομες εξάρσεις ή βυθίσεις ή αλλαγές στην κλίση ομαλή επιφάνεια, βουνοπλαγιά
- που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα κατά την εξέλιξή του ομαλή λειτουργία, διεξαγωγή, προσγείωση, επιστροφή, εγκυμοσύνη
- που γίνεται με σταθερή μεταβολή σε όλη τη διάρκεια εξέλιξης ενός φαινομένου ευθύγραμμη ομαλή κίνηση (με σταθερή ταχύτητα, σε αντίθεση με την επιταχυνόμενη)
Opposite: ανώμαλος
Thesaurus
adjective
Opposite: ανώμαλος
In English
Talk about this word "ομαλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ομαλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82 "ομαλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ομαλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}