ομαλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ομαλός

Where it comes from

ομαλός < αρχαία ελληνική ὁμαλός

adjective ομαλός · ομαλή · ομαλό · ομαλού · ομαλής

  1. που δεν παρουσιάζει απότομες εξάρσεις ή βυθίσεις ή αλλαγές στην κλίση ομαλή επιφάνεια, βουνοπλαγιά
  2. που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα κατά την εξέλιξή του ομαλή λειτουργία, διεξαγωγή, προσγείωση, επιστροφή, εγκυμοσύνη
  3. φυσική, για κίνηση που γίνεται με σταθερή μεταβολή σε όλη τη διάρκεια εξέλιξης ενός φαινομένου ευθύγραμμη ομαλή κίνηση (με σταθερή ταχύτητα, σε αντίθεση με την επιταχυνόμενη)

Opposite: ανώμαλος

Thesaurus

adjective

Opposite: ανώμαλος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ομαλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ομαλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"ομαλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ομαλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}